Συνταγματική αναθεώρηση: Τα επόμενα βήματα και οι διαδικασίες που προβλέπονται

Date:

Με την ανακοίνωση του Πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη ότι ξεκινά η κορυφαία θεσμική και πολιτική διαδικασία της συνταγματικής αναθεώρησης, ανοίγει παράλληλα ο κύκλος εσωκομματικών και κοινοβουλευτικών διεργασιών προετοιμασίας.

Ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, με επιστολή του στους βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας, τους κάλεσε να υποβάλουν προτάσεις για τον προσδιορισμό των διατάξεων που θα τεθούν προς αναθεώρηση, καθώς και για τη σύνταξη της αιτιολογητικής έκθεσης.

Η προθεσμία ορίζεται στο τέλος Μαρτίου, ώστε από τον Απρίλιο να ξεκινήσουν οι εργασίες της Επιτροπής Αναθεώρησης του Συντάγματος, όπως προβλέπει το Σύνταγμα και ο Κανονισμός της Βουλής.

Σύμφωνα με το Σύνταγμα και τον Κανονισμό, αντίστοιχες προτάσεις μπορούν να καταθέσουν και οι κοινοβουλευτικές ομάδες της αντιπολίτευσης, ακόμη και μεμονωμένοι βουλευτές, στην ίδια πρώτη φάση. Ωστόσο, για να εισαχθεί μια πρόταση απαιτούνται τουλάχιστον 50 υπογραφές βουλευτών.

Οι προτάσεις θα υποβληθούν στον Πρόεδρο της Βουλής Νικήτα Κακλαμάνη, ο οποίος θα τις διανείμει σε όλους τους βουλευτές, θα τις ανακοινώσει στην Ολομέλεια και θα τις παραπέμψει στην Επιτροπή Αναθεώρησης. Η Επιτροπή λειτουργεί με τις διαδικασίες των Διαρκών Κοινοβουλευτικών Επιτροπών, με συγκεκριμένη ημερομηνία λήξης εργασιών και κατάθεση έκθεσης στον Πρόεδρο της Βουλής. Στην έκθεση θα περιλαμβάνονται οι διατάξεις που θα προταθούν για αναθεώρηση, βάσει πλειοψηφίας.

Ανάγκη αλλαγής κάθε διάταξης

Οι εργασίες της Επιτροπής έχουν συνθετικό χαρακτήρα, καθώς μπορεί να προστεθούν επιπλέον διατάξεις πέρα από τις αρχικές. Παράλληλα, είναι μη δεσμευτικές ως προς την τελική διατύπωση των νέων συνταγματικών κειμένων, η οποία θα καθοριστεί από την επόμενη Αναθεωρητική Βουλή. Στην ουσία, η Επιτροπή διατυπώνει επί της αρχής την ανάγκη αλλαγής κάθε διάταξης και την κατεύθυνσή της, ως πολιτική δέσμευση των κομμάτων.

Η έκθεση της Επιτροπής θα συζητηθεί στην Ολομέλεια για την απόφαση σχετικά με την αναθεώρηση και τις διατάξεις που θα προταθούν.

Στη συνέχεια, η Ολομέλεια θα διεξαγάγει δύο συνεδριάσεις με διαφορά ενός μήνα, όπου, μετά από συζήτηση, θα ψηφίσει ονομαστικά κάθε διάταξη ξεχωριστά.

Για να προχωρήσει μια διάταξη από την πρώτη στη δεύτερη ψηφοφορία απαιτούνται 151 θετικές ψήφοι. Αν λάβει πλειοψηφία στην πρώτη αλλά όχι στη δεύτερη, απορρίπτεται και δεν εισάγεται στην επόμενη Βουλή.

Οι διατάξεις που συγκεντρώσουν 180 ή περισσότερες ψήφους και στις δύο ψηφοφορίες της προτείνουσας Βουλής θα χρειαστούν μόνο 151 ψήφους στην Αναθεωρητική Βουλή για να τροποποιηθούν. Αντίθετα, όσες λάβουν ακριβώς 151 ψήφους στην προτείνουσα Βουλή θα απαιτήσουν 180 ψήφους στην επόμενη.

Τι προβλέπει το Σύνταγμα για την αναθεώρηση

Το ίδιο το Σύνταγμα της Ελλάδος, στο άρθρο 110 προβλέπει τη διαδικασία με την οποία μπορεί να γίνεται η αναθεώρησή του.

Ωστόσο, με δεδομένη την κομματική σύνθεση της Βουλής, αλλά και τις εκτιμήσεις για την πολυκομματική σύνθεση και της επόμενης Βουλής μετά τις εκλογές του 2027, η αναθεώρηση αναδεικνύεται σε ιδιαίτερα δύσκολη εξίσωση για «δυνατούς λύτες». Κι αυτό γιατί οι πρόνοιες του Συντάγματος για αυξημένες πλειοψηφίες, φαίνεται πως θα είναι ιδιαίτερα δύσκολο να επιτευχθούν στο σημερινό, πολύ πολωμένο πολιτικό σκηνικό.

Για να αναθεωρηθεί το Σύνταγμα θα πρέπει αρχικά να υπάρξει πρόταση για την αναθεώρηση συγκεκριμένων άρθρων, που να υπογράφεται από τουλάχιστον 50 βουλευτές. Αυτό, είναι αυτονόητο ότι η ΝΔ μπορεί να το εξασφαλίσει σε αυτή τη φάση.

Στη συνέχεια η Βουλή καλείται να αποφασίσει αν συναινεί στην αναθεώρηση καθενός από τα προτεινόμενα άρθρα. Ωστόσο, το Σύνταγμα ζητά πλειοψηφία 3/5, δηλαδή 180 βουλευτές. Αν και η ΝΔ μπορεί εύκολα να εξασφαλίσει απόλυτη πλειοψηφία (άνω των 150), σε αυτή τη φάση δεν μπορεί να εξασφαλίσει αυξημένη πλειοψηφία 180 ψήφων αν δεν υπάρξουν συναινέσεις με άλλα κόμματα, έστω και σε κάποια άρθρα από τα προτεινόμενα.

Η Βουλή καλείται να επαναλάβει την ψηφοφορία τουλάχιστον 1 μήνα αργότερα ώστε να διαπιστωθεί εκ νέου η αυξημένη πλειοψηφία επί των υπό αναθεώρηση άρθρων.

Η διαδικασία που αφορά τη σημερινή Βουλή ολοκληρώνεται σε αυτό το σημείο και στη συνέχεια, το βάρος της αναθεώρησης πέφτει στην επόμενη (αναθεωρητική) Βουλή.

Όπως αναφέρει η παράγραφος 3, η επόμενη Boυλή, κατά την πρώτη σύνoδό της, απoφασίζει με απόλυτη πλειoψηφία (δηλαδή με 151 ψήφους) σχετικά με τις αναθεωρητέες διατάξεις.

Εδώ όμως τίθεται ένα κρίσιμο ζήτημα, καθώς το Σύνταγμα προβλέπει ότι αν στην πρώτη Βουλή δεν έχει επιτευχθεί η αυξημένη πλειοψηφία των 180 ψήφων, αλλά ένα άρθρο έχει εγκριθεί για αναθεώρηση μόνο με την απόλυτη πλειοψηφία των 151, τότε θα πρέπει να λάβει την αυξημένη πλειοψηφία των 180 ψήφων από την αναθεωρητική Βουλή.

Το ζήτημα της πλειοψηφίας των 180 ψήφων, είτε στη σημερινή, είτε στην επόμενη, αποτελεί το μεγαλύτερο «αγκάθι» για να καταφέρει η ΝΔ να αναθεωρήσει τελικά όλα τα άρθρα στα οποία αναφέρθηκε σήμερα ο πρωθυπουργός.

Ουσιαστικά δηλαδή, για να αναθεωρηθεί ένα άρθρο του Συντάγματος, αυτό θα πρέπει να λάβει αυξημένη πλειοψηφία 180 βουλευτών, τουλάχιστον μία φορά, είτε από τη σημερινή Βουλή, είτε από την επόμενη, αναθεωρητική, Βουλή.

Με το βλέμμα στραμμένο στο ΠΑΣΟΚ

Είναι σαφές, με δεδομένη την αριθμητική, αλλά και την πολιτική σύνθεση της Βουλής, ότι το βλέμμα του πρωθυπουργού είναι εν πολλοίς στραμμένο στο ΠΑΣΟΚ.

Η ΝΔ αριθμεί 156 βουλευτές και αν επιτευχθεί συναίνεση με τους 33 του ΠΑΣΟΚ, τουλάχιστον σε ορισμένα από τα άρθρα, η αναθεώρησή τους «περνάει» με 189 «ξεκλειδώνοντας» έτσι τη διαδικασία και για την Αναθεωρητική Βουλή.

Με δεδομένο ότι πολιτικά είναι αδύνατη η σύγκλιση της ΝΔ με τον ΣΥΡΙΖΑ, τη ΝΕΑΡ ή το ΚΚΕ, ενώ μια σύγκλιση με την Ελληνική Λύση δεν επαρκεί αριθμητικά, εξάγεται το συμπέρασμα ότι η κυβέρνηση θα πιέσει το ΠΑΣΟΚ προκειμένου να συμφωνήσει σε όσο το δυνατόν περισσότερα άρθρα.

Αυτό όμως, θα μπορούσε δυνητικά να ενισχύσει τις εσωκομματικές φυγόκεντρες δυνάμεις προς τα «δεξιά» και προς τα «αριστερά».

Η συζήτηση ενδεχομένως να αποκαλύψει βασικές πολιτικές αποκλίσεις μεταξύ των στελεχών του ΠΑΣΟΚ, με κυριότερη μάλιστα, εκείνη του Άρθρου 16 για τα ιδιωτικά πανεπιστήμια, αλλά και το άρθρο για τη μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων.

Με άλλα λόγια, η χρονική στιγμή που επιλέγεται από τον πρωθυπουργό ώστε να ανοίξει «επισήμως» αυτή η συζήτηση, δε θα μπορούσε να είναι χειρότερη συγκυριακά για το ΠΑΣΟΚ.

Από την άλλη πάντως, θα πρέπει να σημειωθεί ότι η Χαριλάου Τρικούπη διατηρεί ενεργό το επιχείρημα ότι το ΠΑΣΟΚ έχει ήδη καταθέσει συγκεκριμένες προτάσεις για την αναθεώρηση για ζητήματα όπως ο λεγόμενος «νόμος περί ευθύνης υπουργών», ή ο τρόπος επιλογής της ηγεσίας της Δικαιοσύνης.

Δημόσιοι υπάλληλοι: Το σχέδιο της κυβέρνησης για την άρση μονιμότητας

Ένας από τους βασικούς πυλώνες της επικείμενης συνταγματικής αναθεώρησης, της οποίας τη συζήτηση άνοιξε σήμερα ο πρωθυπουργός, Κυριάκος Μητσοτάκης με το μήνυμά του, είναι το θέμα του επανακαθορισμού της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων.

Ειδικά για του Δημόσιο, ο Κυριάκος Μητσοτάκης τόνισε πως «μία δημόσια διοίκηση φιλική και αποτελεσματική πρέπει, πλέον, να έχει ως κινητήρια δύναμη τη διαρκή αξιολόγηση και να θέσει την έννοια της μονιμότητας σε μία εντελώς νέα βάση».

Στην επιστολή του μάλιστα προς την Κοινοβουλευτική Ομάδα της ΝΔ ανέφερε:

Οι μεγάλες αδράνειες στη λειτουργία του κράτους καθιστούν αναγκαία, μεταξύ άλλων, την καθολική καθιέρωση της αξιολόγησης στο δημόσιο και τον επανακαθορισμό της έννοιας της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων·

h:100%}.tdi_174{margin-right:0px!important;margin-left:0px!important;padding-top:20px!important;padding-bottom:20px!important;border-color:#dddddd!important;border-style:solid!important;border-width:1px 0px 0px 0px!important}.tdi_174 .td_block_wrap{text-align:left}

© 2025. All Rights Reserved. Pulse of Greece. Pog24